Μετάβαση στο περιεχόμενο

actinothérapie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ak.ti.nɔ.te.ʁa.pi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
actinothérapie actinothérapies

actinothérapie (fr) θηλυκό