adamant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

adamant (en)

  1. αδιάλλακτος, ανένδοτος, ανυποχώρητος, που δεν αλλάζει θέση, δεν υποχωρεί, αμετάπειστος, επίμονος