Μετάβαση στο περιεχόμενο

additive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
additive additives

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

additive (en)