Μετάβαση στο περιεχόμενο

adelgazar

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
adelgazar < a- + delgazar

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ðel.ɣaˈsaɾ/ (Λατινική Αμερική)
ΔΦΑ : /a.ðel.ɣaˈθaɾ/ (Ισπανία)
τυπογραφικός συλλαβισμός : a‐del‐ga‐zar

adelgazar (es)

  1. (μεταβατικό) λεπταίνω
    ≈ συνώνυμα: enflaquecer
    ≠ αντώνυμα: engrosar
  2. (μεταβατικό) αποδυναμώνω, εξασθενίζω, αποκάμνω
  3. (μεταβατικό) (αμετάβατο) οξύνω, καλλιεργώ
  4. (αμετάβατο) αδυνατίζω
    παράδειγμα  ¡Vaya! ¡Has adelgazado bastante! – Μπράβο! Έχεις αδυνατίσει αρκετά!

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]