adhesive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

adhesive (en)

  1. συγκολλητικός
  2. αυτοκόλλητος
  3. κολλώδης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

adhesive (en)

  1. ουσία που λειτουργεί ως κόλλα
  2. το αυτοκόλλητο