Μετάβαση στο περιεχόμενο

adiabatique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
adiabatique adiabatiques

adiabatique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (φυσική) αδιαβατικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
adiabatique adiabatiques

adiabatique (fr) θηλυκό

  1. (φυσική) η αδιαβατική μεταβολή

Συγγενικά

[επεξεργασία]