Μετάβαση στο περιεχόμενο

adjonction

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
adjonction adjonctions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

adjonction (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]