administrivia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

administrivium (en) ενικός (για έναν απ' τους κανόνες)
administrivia (en) πληθυντικός

  • κανόνες, όροι, πρόγραμμα και διαχειριστικοί φορμαλισμοί ορισμένοι από την διεύθυνση ή κάποιον υπεύθυνο