adomestiquer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

adomestiquer (fr)

  1. (σπάνιο) θεωρώ κάτι σαν να ήταν δικό μου, σαν να προερχόταν από τη δική μου οικογένεια, από το δικό μου το σπίτι