Μετάβαση στο περιεχόμενο

ador-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ador- < γαλλική adorer, λατινική και ιταλική adorare, αγγλική adore

ador- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: λατρεία

Παράγωγα

[επεξεργασία]