adorior

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

adorior <

Ρήμα[επεξεργασία]

adorior (la)

  1. προσέρχομαι προς κάποιον
  2. επιτίθεμαι αιφνιδίως