adultérer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

adultérer (fr)

  1. (παρωχημένο) μολύνω κάτι που ήταν αγνό