advance

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

advance (en)

  1. προχωρώ μπροστά, πλησιάζω
  2. προάγω
  3. επιταχύνω την ανάπτυξη ή την πρόοδο μιας διαδικασίας
  4. δίνω κάτι (χρήματα) νωρίτερα από ό,τι όφειλα
  5. υψώνω, αυξάνω κάτι
  6. προτείνω κάτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

advance (en)

  1. προέλαση
  2. πρόοδος, εξέλιξη
  3. προκαταβολή
    Open book 01.svg Έκφραση (κυριολεκτικά) to pay one a[n] (amount/ποσό) advance on one's wages
  4. (στον πληθυντικό) advances (en): φλερτ, πέσιμο


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]