advolo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

advolo < (λατινικά) ad (la) + (λατινικά) volo (la) (=πετώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

advolo (la) (advolō1, advolāvī, advolātum, advolāre)

  1. τρέχω προς, ορμώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]