affairer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

affairer < affaire

Ρήμα[επεξεργασία]

affairer (fr)

  1. (pronominal) ασχολούμαι, είμαι πολυάσχολος