affiner

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

affiner < a- + fin + -er

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.fi.ne/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

affiner (fr)

  1. καθαρίζω κατά κάποιον τρόπο
    Affiner l’or et l’argent.
    Affiner du fer, de l’étain.
    L’or s’affine en passant à la coupelle.
  2. λεπτύνω
    Affiner le lin, le chanvre.
  3. προκαλώ την ωρίμανση των τυριών
    On peut enfin saler les fromages et les affiner en deux temps.
  4. (μεταφορικά) εκλεπτύνω
    L’instruction affine l’esprit.
    L’esprit s’affine par la conversation.
    Ses manières se sont affinées.
  5. (παρωχημένο) εκπλήσσω με λεπτούς τρόπους, φέρσιμο
    Pour la seconde fois, les trompe et les affine (La Fontaine)
  6. (παρωχημένο) περνώ από το affinoir
  7. (παρωχημένο) λεπτύνω ένα καρφί, φτιάχνω την ακίδα του
  8. (παρωχημένο) ισχυροποιώ (χαρτόνι για το εξώφυλλο βιβλίων
  9. (παρωχημένο) αφαιρώ από το γυαλί τις φουσκάλες της τήξης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]