affinity

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

affinity (en)

  1. συμπάθεια
  2. (βιοχημεία) BIOCHEMISTRY βιοσυμβατότητα, ιστοσυμβατότητα, συμβατότητα the degree to which a substance tends to combine with another. "the bacterial proteins bind to these molecules with high affinity"