affirmatively
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | affirmatively |
| συγκριτικός | more affirmatively |
| υπερθετικός | most affirmatively |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- affirmatively < affirmative + -ly
Επίρρημα
[επεξεργασία]affirmatively (en)
- καταφατικά, θετικά
He answered me affirmatively.
- Mου απάντησε θετικά.
- ≈ συνώνυμα: positively