Μετάβαση στο περιεχόμενο

affirmatively

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός affirmatively
συγκριτικός more affirmatively
υπερθετικός most affirmatively

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
affirmatively < affirmative + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

affirmatively (en)