affleurer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

affleurer (fr)

  1. (τεχνολογία) βάζω δυο διπλανά στοιχεία στο ίδιο επίπεδο
  1. (παρωχημένο) βρίσκομαι στο ίδιο επίπεδο
  2. ξεπροβάλλω στην επιφάνεια του εδάφους
  3. (μεταφορικά) διαφαίνομαι, εμφανίζομαι αμυδρά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]