affordability
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]affordability (en) (μη μετρήσιμο)
- η οικονομική προσιτότητα, το πόσο προσιτό είναι κάτι
Housing affordability has become a serious social issue.
- Η οικονομική προσιτότητα της στέγασης έχει γίνει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα.
The problem isn’t only the lack of homes, but also their affordability.
- Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη σπιτιών, αλλά και το πόσο προσιτά είναι.