Μετάβαση στο περιεχόμενο

affordability

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
affordability < afford + -ability

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

affordability (en) (μη μετρήσιμο)

  • η οικονομική προσιτότητα, το πόσο προσιτό είναι κάτι
    παράδειγμα  Housing affordability has become a serious social issue.
    Η οικονομική προσιτότητα της στέγασης έχει γίνει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα.
    παράδειγμα  The problem isn’t only the lack of homes, but also their affordability.
    Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη σπιτιών, αλλά και το πόσο προσιτά είναι.