agate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈæɡ.et/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
agate agates

agate (en)

  1. ο αχάτης

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

agate < από το όνομα του ποταμού Achates, στη Σικελία, όπου βρέθηκε το πέτρωμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.gat/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agate (fr) θηλυκό

  1. (ορυκτολογία) είδος χαλαζία, συνονθύλευμα από διάφορα είδη από διοξείδιο του πυριτίου, που γυαλίζει τέλεια και αλλάζει χρώμα
    Les agates orientales sont les plus estimées.
  2. Agate herborisée : αχάτης μέσα στο οποίο βρίσκονται στοιχεία που θυμίζουν την όψη των δενδρυλλίων, των θάμνων ή των κλαδιών
  3. κάθε κατασκεύασμα από αχάτη
    Un beau cabinet d’agates.
    La plus belle agate connue est celle du cabinet des antiques à la Bibliothèque nationale de paris : elle représente la glorification de Germanicus et elle a 32 centimètres de hauteur.
  4. εργαλείο μέσα στο οποίο βρίσκεται δεμένος ένας αχάτης και το οποίο χρησιμεύει στο μαύρισμα του χρυσού