agencement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| agencement | agencements |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agencement (fr) αρσενικό
- η διαρρύθμιση, η διευθέτηση
| ενικός | πληθυντικός |
| agencement | agencements |
agencement (fr) αρσενικό