agencja
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | agencja | agencje |
| γενική | agencji | agencji(/agencyj) |
| δοτική | agencji | agencjom |
| αιτιατική | agencję | agencje |
| οργανική | agencją | agencjami |
| τοπική | agencji | agencjach |
| κλητική | agencjo | agencje |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agencja (pl) θηλυκό