Μετάβαση στο περιεχόμενο

ageusia

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ageusia ageusias

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ageusia < a- + αρχαία ελληνική γεῦσις + -ia

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /əˈɡjuːzɪə/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ageusia (en)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɐ.ʒewˈzi.ɐ/ (Πορτογαλία)
ΔΦΑ : /a.ʒewˈzi.ɐ/ (Βραζιλία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ageusia (pt) θηλυκό