Μετάβαση στο περιεχόμενο

aggravating

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός aggravating
συγκριτικός more aggravating
υπερθετικός most aggravating

aggravating (en)

  1. επιβαρυντικός, που χειροτερεύει μια ασθένεια ή μια δυσάρεστη κατάσταση
    παράδειγμα  aggravating circumstances - επιβαρυντικές περιστάσεις
  2. (ανεπίσημο) ενοχλητικός
    παράδειγμα  How aggravating are the flies!
    Πόσο ενοχλητικές είναι οι μύγες!
    ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη annoying

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

aggravating (en)