aggressively
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- aggressively < aggressive + -ly
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | aggressively |
| συγκριτικός | more aggressively |
| υπερθετικός | most aggressively |
aggressively (en)
- επιθετικά, με τρόπο θυμωμένο και απειλητικό
The dog was barking aggressively at passers-by.
- Ο σκύλος γάβγιζε επιθετικά στους περαστικούς.
He spoke aggressively and offended everyone.
- Μίλησε επιθετικά και τους προσέβαλε όλους.
- δυναμικά, επιθετικά, με ιδιαίτερη ένταση, με τρόπο που δείχνει δύναμη και αποφασιστικότητα για επιτυχία
The company is expanding aggressively into the international market.
- Η εταιρεία επεκτείνεται δυναμικά στη διεθνή αγορά.
We need to intervene aggressively to prevent the crisis.
- Πρέπει να παρέμβουμε δυναμικά για να αποτραπεί η κρίση.
The team played aggressively from the first minute.
- Η ομάδα έπαιξε δυναμικά/επιθετικά από το πρώτο λεπτό.
Many communities are aggressively pursuing plans to preserve open spaces.
- Πολλές κοινότητες επιδιώκουν με ιδιαίτερη ένταση σχέδια για τη διατήρηση ανοιχτών χώρων.