Μετάβαση στο περιεχόμενο

aggressively

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
aggressively < aggressive + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός aggressively
συγκριτικός more aggressively
υπερθετικός most aggressively

aggressively (en)

  1. επιθετικά, με τρόπο θυμωμένο και απειλητικό
    παράδειγμα  The dog was barking aggressively at passers-by.
    Ο σκύλος γάβγιζε επιθετικά στους περαστικούς.
    παράδειγμα  He spoke aggressively and offended everyone.
    Μίλησε επιθετικά και τους προσέβαλε όλους.
  2. δυναμικά, επιθετικά, με ιδιαίτερη ένταση, με τρόπο που δείχνει δύναμη και αποφασιστικότητα για επιτυχία
    παράδειγμα  The company is expanding aggressively into the international market.
    Η εταιρεία επεκτείνεται δυναμικά στη διεθνή αγορά.
    παράδειγμα  We need to intervene aggressively to prevent the crisis.
    Πρέπει να παρέμβουμε δυναμικά για να αποτραπεί η κρίση.
    παράδειγμα  The team played aggressively from the first minute.
    Η ομάδα έπαιξε δυναμικά/επιθετικά από το πρώτο λεπτό.
    παράδειγμα  Many communities are aggressively pursuing plans to preserve open spaces.
    Πολλές κοινότητες επιδιώκουν με ιδιαίτερη ένταση σχέδια για τη διατήρηση ανοιχτών χώρων.