agitator
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| agitator | agitators |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈædʒɪteɪtə/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agitator (en)
- ο αγκιτάτορας
The government claimed that the protests were sparked by outside agitators who wanted to cause chaos.
Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από εξωτερικούς αγκιτάτορες που ήθελαν να προκαλέσουν χάος.
- ο αναδευτήρας
Δανικά (da)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agitator (da) κοινό
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˌaː.ɣiˈtaː.tɔr/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agitator (nl) αρσενικό
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɡiˈta.tɔr/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agitator (pl) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε τη λέξη agitacja
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agitator (ro)
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]agitator (sv) κοινό
Κατηγορίες:
- Λέξεις με επίθημα -or (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Δανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (δανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ολλανδικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (ολλανδικά)
- Ολλανδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ολλανδικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (πολωνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (πολωνικά)
- Πολωνική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πολωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (πολωνικά)
- Ρουμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ρουμανικά)
- Σουηδική γλώσσα
- Ουσιαστικά (σουηδικά)