Μετάβαση στο περιεχόμενο

agitator

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
agitator agitators

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agitator < agitate + -or

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈædʒɪteɪtə/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agitator (en)

  1. ο αγκιτάτορας
    παράδειγμα The government claimed that the protests were sparked by outside agitators who wanted to cause chaos.
         Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι διαδηλώσεις πυροδοτήθηκαν από εξωτερικούς αγκιτάτορες που ήθελαν να προκαλέσουν χάος.
  2. ο αναδευτήρας



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agitator (da) κοινό



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌaː.ɣiˈtaː.tɔr/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agitator (nl) αρσενικό



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɡiˈta.tɔr/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agitator (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε τη λέξη  agitacja



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agitator (ro)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agitator (sv) κοινό