agitator

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agitator (en)

  1. ο αγκιτάτορας



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

agitator 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agitator (pl) αρσενικό

  1. ο αγκιτάτορας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  agitacja