agneau
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| agneau | agneaux |
agneau (fr) αρσενικό
- (θηλαστικό ζώο) το αρνί, το αρνάκι, ο αμνός
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| agneau | agneaux |
agneau (fr) αρσενικό