Μετάβαση στο περιεχόμενο

agotarse

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agotarse < agotar + se

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɣoˈtaɾ.se/
τυπογραφικός συλλαβισμός: agotarse

agotarse (es), ενεστ.: me agoto, αορ.: me agoté, μετοχή: agotado

παράδειγμα  Después del trabajo me agoto completamente. — Μετά τη δουλειά εξαντλούμαι τελείως.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]