Μετάβαση στο περιεχόμενο

agraphie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
agraphie agraphies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

agraphie (fr) θηλυκό