agressivité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

agressivité < agressive + -ité

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
agressivité agressivités

agressivité (fr) θηλυκό

  1. η επιθετικότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]