aiglon
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- aiglon < aigle
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | aiglon | aiglons |
| θηλυκό | aiglonne | aiglonnes |
aiglon (fr) αρσενικό
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | aiglon | aiglons |
| θηλυκό | aiglonne | aiglonnes |
aiglon (fr) αρσενικό