aircraft carrier
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- aircraft carrier < aircraft (αεροσκάφος) + carrier (μεταφορέας)
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]aircraft carrier (en)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
aircraft carrier στην αγγλική Βικιπαίδεια
