akuzatív
Εμφάνιση
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- akuzatív < λατινική accusatīvus
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈakuzaciːʋ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]akuzatív αρσενικό άψυχο (γενική ενικού: akuzatívu)
- (γραμματική) η αιτιατική πτώση, τέταρτη πτώση της σλοβακικής
Πηγές
[επεξεργασία]- akuzatív - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025