alŝuti

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

alŝuti < al + ŝuti

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ρήμα alŝuti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας alŝutas alŝutanta alŝutata
αόριστος alŝutis alŝutinta alŝutita
μέλλοντας alŝutos alŝutonta alŝutota
υποθετική alŝutus - -
προστακτική alŝutu - -

alŝuti (eo)

  1. προσθέτω κάτι χύνοντάς το μέσα σε κάτι άλλο
  2. (πληροφορική) φορτώνω, ανεβάζω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: elŝuti

Blue Glass Arrow.svg Γράφεται επίσης [επεξεργασία]

alsxuti, alshuti, als'uti