Μετάβαση στο περιεχόμενο

albatros

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
albatros albatros

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
albatros < (άμεσο δάνειο) αγγλική albatross < πιθανόν ισπανική ή πορτογαλική alcatraz  και δείτε τη λέξη άλμπατρος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /al.ba.tʁos/

Απαγγελία: Antoine Motte dit Falisse

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

albatros (fr) αρσενικό

  • (πτηνό) άλμπατρος
      Souvent, pour s’amuser, les hommes d’équipage
    Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
    Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
    Le navire glissant sur les gouffres amers.
    Charles Baudelaire, Les Fleurs du mal (1868)/L’Albatros
    • Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
      άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
      που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
      καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.
      Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
    • Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
      οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
      τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
      κι ακολουθούν, νωχελικοί σύντροφοι, τα ταξίδια.
      Μετάφραση: Νίκος Φωκάς
    Σαρλ Μπωντλέρ, «Άλμπατρος». Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Β΄ Λυκείου. χ.χ. πρόσβαση:2026.03.31.
    • Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
      πιάνουν τους άλμπατρους -πουλιά της θάλασσας τρανά
      που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
      το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.
      Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης @biblionet.gr