albumen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

albumen (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

albumen (fr) αρσενικό

  1. (βιολογία) το ασπράδι του αβγού
     συνώνυμα: blanc d'œuf
  2. (βοτανική) το ενδοσπέρμιο