albumeno

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

albumeno < albumen- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική albumeno albumenoj
αιτιατική albumenon albumenojn

albumeno (eo)

  1. (βοτανική) ο θρεπτικός ιστός που βρίσκεται στους σπόρους των ανθοφόρων φυτών, περιβάλλει το έμβρυο και απορροφάται σιγά σιγά απ'αυτό, το ενδοσπέρμιο
  2. (βιολογία) το ασπράδι του αβγού