Μετάβαση στο περιεχόμενο

alcaloïde

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
alcaloïde alcaloïdes

Επίθετο

[επεξεργασία]

alcaloïde (fr) αρσενικό ή θηλυκό