Μετάβαση στο περιεχόμενο

alfabet

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

alfabet (pl) < λατινική alphabetum < αρχαία ελληνική ἀλφάβητος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /alˈfabɛt/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alfabet (pl) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alfabet (ro)



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

alfabet (sr)