alineo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

alineo < aline- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική alineo alineoj
αιτιατική alineon alineojn

alineo (eo)

  1. διάστημα στην πρώτη γραμμή μιας παραγράφου
  2. (νομική) η παράγραφος ενός νόμου