allégresse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- allégresse < allègre
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| allégresse | allégresses |
allégresse (fr) θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| allégresse | allégresses |
allégresse (fr) θηλυκό