alléluia

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

alléluia (fr)

  1. (θρησκεία) αλληλούια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
alléluia alléluias

alléluia (fr) αρσενικό

  1. (θρησκεία) το αλληλούια
  2. (βοτανική) φυτό που ανθεί κατά το Πάσχα, του οποίου τα φύλλα έχουν υπόξινη γεύση