Μετάβαση στο περιεχόμενο

allegedly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
allegedly < alleged + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

allegedly (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. φέρομαι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς κάποιου
    παράδειγμα  The suspect allegedly killed his wife.
    Ο ύποπτος φέρεται ότι σκότωσε τη γυναίκα του.
    παράδειγμα  The suspect allegedly had accomplices.
    Ο ύποπτος φέρεται να είχε συνεργούς.
    παράδειγμα  Allegedly, the defendant was present.
    Κατά ισχυρισμούς, ο κατηγορούμενος ήταν παρών.
  2. δήθεν
    παράδειγμα  They were allegedly asking for money for charity.
    Ζητούσαν δήθεν χρήματα για φιλανθρωπία.
     συνώνυμα: supposedly