allegedly
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]allegedly (en) (χωρίς παραθετικά)
- φέρομαι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς κάποιου
The suspect allegedly killed his wife.
- Ο ύποπτος φέρεται ότι σκότωσε τη γυναίκα του.
The suspect allegedly had accomplices.
- Ο ύποπτος φέρεται να είχε συνεργούς.
Allegedly, the defendant was present.
- Κατά ισχυρισμούς, ο κατηγορούμενος ήταν παρών.
- δήθεν
They were allegedly asking for money for charity.
- Ζητούσαν δήθεν χρήματα για φιλανθρωπία.
- ≈ συνώνυμα: supposedly