allegiance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

allegiance (en)

  • πίστη· το να μένεις πιστός σε κάποιο σκοπό, έθνος ή ηγέτη

Συνώνυμα[επεξεργασία]