aloft

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

aloft

  • στον αέρα, να κυματίζει (για σημαία), να πετά, στον ουρανό, σηκωμένος, -η, -ο, ψηλά