Μετάβαση στο περιεχόμενο

alveno

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
alveno < alven- + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική alvenoalvenoj
αιτιατική alvenonalvenojn

alveno (eo)

la alveno de la komputiloj - η εμφάνιση των ηλεκτρονικών υπολογιστών