aménageable

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aménageable aménageables

aménageable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που μπορεί να διαρρυθμιστεί
  2. που μπορεί να προσαρμοστεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]