amalgamation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amalgamation (en)

  1. το αμάλγαμα
  2. η αμαλγαμάτωση (η δημιουργία αμαλγάματος)
  3. η συγχώνευση (εταιριών)