amalgame

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
amalgame amalgames

amalgame (fr) αρσενικό

  1. αμάλγαμα
    • Le sursaut d'indignation soulevé par les caricatures vient donc probablement du fait que celles-ci font l'amalgame entre islam et terrorisme, et non du simple fait que la représentation de Mahomet soit interdite chez certaines communautés musulmanes.